Îles de la Societé – Society islands
Τα Society Islands είναι ένα σύμπλεγμα νησιών της Γαλλικής Πολυνησίας, και είναι η δική τους εικόνα που έρχεται στο μυαλό, στο άκουσμα της φράσης “νησιά του Νότιου Ειρηνικού”
Τα Societies είναι περίπου δέκα με πιο διάσημα την Ταϊτή, την Bora Bora και την Moorea, και εκτείνονται σε μια περιοχή 400 ναυτικών μιλίων. Άλλα νησιά είναι τα Huahine, Raiatea, Maupiti, Tahaa κ.α. Όλα τα νησιά είναι υφαιστειογενή, με μεγάλα υψώματα, πυκνή βλάστηση, κλίμα ιδανικό και περικλείονται από κοραλιογενή ύφαλο. Πρώτος άγκυροβόλησε στα νερά της Ταϊτής ο Wallis το 1767 και την επόμενη χρονιά ο γάλλος ναύαρχος Bougainville πέρασε κι αυτός από εκεί. Η Ταϊτή έγινε ευρέως γνωστή μετά την πολύμηνη παραμονή του Captain Cook και των συνεργατών του με σκοπό να παρατηρήσουν το πέρασμα του πλανήτη Αφροδίτη μπροστά από τον ήλιο, ένα σπάνια επαναλαμβανόμενο αστρολογικό φαινόμενο, που βοήθησε τους επιστήμονες της εποχής να προσδιορίσουν την απόσταση του ‘Ηλιου από την Γη. Τα νησιά έγιναν γαλλική κτήση το 1880

-:-:-:-:

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου
Βρίσκομαι στην –κατεστραμμένη από τον τυφώνα Μαρία – Dominica, στην Καραιβική. Περπατάω στον δρόμο που οδηγεί από την προβλήτα στο χωριό, περνάω έξω από το καφενείο με τους βαμμένους πράσινους τοίχους, όπου καθόμασταν πριν λίγους μήνες. Τώρα δεν υπάρχουν πάγκοι γεμάτοι φρέσκα λαχανικά και φρούτα – η Dominica θεωρείται το μποστάνι της Καραϊβικής – ούτε πολύχρωμες ομπρέλες. Οι ντόπιοι δεν διαλαλούν τα προιόντα τους και τα παιδιά δεν κάνουν βουτιές στην ξύλινη προβλήτα. Τώρα μόνο καταστροφή, άνθρωποι που μαζεύουν τα συντρίμια της ζωής τους, σκορπισμένα στο χώμα το καμένο από το αλάτι, μάτια γεμάτα απόγνωση και κορμιά σκυμένα. Πετάγομαι από το κρεββάτι, ήταν ένας εφιάλτης. Για τους πάμφτωχους κατοίκους της Ντομινίκα δυστυχώς είναι η τραγική πραγματικότητα.


06.00 Ο Γιώργος έχει φτιάξει καφέ και είναι έξω στο κόκπιτ. Παίρνω τον φλυτζάνι μου από τον πάγκο της κουζίνας, βγαίνω και κάθομαι δίπλα του. Η θέα του ανάγλυφου του νησιού είναι συγκλονιστική, η κορυφή Muaroa, με σχήμα δοντιού καρχαρία σύμβολο του νησιού υψώνεται μεγαλειώδης πάνω από τον κατάφυτο βαθύ κόλπο (mua=καρχαρίας στα ταϊτινά),. Η πρωινή υγρασία, τυλίγει σαν αραιό σύννεφο τις κορυφές των υψωμάτων. Το Φιλίζι είναι αγκυροβολημένο σε αμμώδη βυθό, μέσα στο δαχτυλίδι του υφάλου που περικλύει ολόκληρο το νησί. Το νερό είναι εξαιρετικά διαυγές, διάφανο σαν γυαλί. Κάτω στον βυθό, ένα κοχύλι προχωρά, διαγράφοντας το μονοπάτι του στην άμμο. Το παρατηρώ και η καρδιά μου αρχίζει κάπως να γαληνεύει.
– “Μήπως να πάμε πίσω στις Μαρκίζες? Μήπως να αφήσουμε το Φιλίζι στο καρνάγιο της Hiva Oa για το hurricane season? Έχω μεγάλη ανησυχία…”, λέω στον Γιώργο. Τα νησιά Μαρκίζες (138°W – 141°W και 08°S -11°S) είναι σχετικά ασφαλή, αφού δεν έχουν καταγραφεί κυκλώνες ανατολικά από το γεωγραφικό μήκος 135°W. Η Atuona όπου βρίσκεται το καρνάγιο MMS βρίσκεται σε γεωγραφικό μήκος 139°W. Εμείς έχουμε κλείσει θέση στο καρνάγιο της Raiatea (16°44’ S 151° 29’W)

-“Αυτή την εποχή, ίσως είναι εφικτό να βρούμε ένα “παράθυρο καιρού” που να μας επιτρέψει το ταξίδι πίσω στις Μαρκίζες. Άν έρθει ένας νότιος – νοτιοανατολικός, όχι πολύ δυνατός , τότε γίνεται. Την ερχόμενη εβδομάδα πάντως είναι αδύνατο”, απαντά εκείνος κοιτάζοντας στην οθόνη του iPad το δελτίο καιρού που μόλις πήρε με το δορυφορικό,. «Σε κάθε περίπτωση θα έχουμε αντίθετο ρεύμα»
Με αυτές τις σκέψεις, στέλνουμε ένα email στο καρνάγιο της Hiva Oa. Μετά ετοιμαζόμαστε για να βγούμε έξω, θέλουμε να πάμε ως την μαρίνα του Vaiare, στα ανατολικά της Moorea. Ο Luc ο ηλεκτρολόγος σκαφών στην Ταϊτή, που ταξιδεύει τις θάλασσες της περιοχής πολλά χρόνια, σύστησε το Vaiare σαν ασφαλέστερο μέρος για να αφήσουμε το Φιλίζι.

08.00 Δένουμε το zodiac στον κορμό ενός φοίνικα και βγαίνουμε στον παραλιακό δρόμο. Μια πινακίδα γράφει Plage de Ta’ahiamanu και αυτή την ώρα όλα είναι ήσυχα, η παραλία με την λευκή άμμο, το πάρκο της σκεπασμένο με φυσικό γρασίδι, τα πανύψηλα φοινικόδεντρα, οι θάμνοι, ολάνθιστοι με αμέτρητους κόκκινους, λευκούς και ροζ ιβίσκους. Όλα γύρω, η ξύλινη περίφραξη, τα φουσκωτά παιχνίδια μέσα στην θάλασσα, το ολοκάθαρο parking, η εξωτική στάση λεωφορείου από ξύλο τικ, τα πάντα δίνουν μια νότα γαλλικής φινέτσας και πολυτέλειας στο αυτό το πανέμορφο, διακριτικά ανεπτυγμένο τουριστικό νησί της Πολυνησίας.

Στην άκρη του δρόμου, τα δένδρα Tipanier σκορπούν λευκά ευωδιαστά άνθη στο χώμα – σαν το φούλι της Ελλάδας – και διαλέγω ένα για να στολίσω το καπέλο μου. Στεκόμαστε στην άκρη του δρόμου, και όταν πλησιάζει αυτοκίνητο σηκώνουμε το χέρι για ωτοστόπ. Περνούν δέκα λεπτά και πολλά αυτοκίνητα μα κανείς δεν σταματά. Πόσο διαφορετικά είναι εδώ από τις Μαρκίζες – εκεί τα αυτοκίνητα ήταν ελάχιστα μα σταματούσαν να μας πάρουν χωρίς καν να το ζητήσουμε. Μετά από 15 δέκα λεπτά αρχίζουμε να σκεφτόμαστε να επιστρέψουμε στο Φιλίζι για να πάρουμε τα ποδήλατά μας. Τότε μας πλησιάζει ένα ζευγάρι που μοιάζουν ιστιοπλόοι – ταξιδευτές (αυτοί που ζούν σε ιστιοπλοικό και ταξιδεύουν – σαν εμάς δηλαδή) και πιάνουμε κουβέντα. Οι ιστιοπλόοι – ταξιδευτές είναι μια φυλή ανθρώπων που ξεχωρίζει από τις άλλες, αρχικά από το ντύσιμο: ατημέλητα ρούχα, συνήθως τσαλακωμένα και συχνά  γαριασμένα από το πλύσιμο σε εξωτικά laundry σε διάφορα σημεία του πλανήτη, αντιανεμικά καπέλα και polarised γυαλιά ηλίου, από αυτά τα πλαστικά που πουλούν τα chandlery shops. Μετά ξεχωρίζουν από το γνήσιο χαμόγελο του ευτυχή ανθρώπου και το ηλιοψημένο δέρμα. Συστηνόμαστε, είναι η Linda και ο Chuck από το σκάφος Jacaranda και είναι αμερικάνοι. Μας ενθαρρύνουν, άν επιμείνουμε σίγουρα θα μας πάρει κάποιο αμάξι. Λένε ακόμη πως περιμένουν να τους παραλάβει κάποιος, για να πάνε να κολυμπήσουν με μεγάπτερες φάλαινες! Κουβεντιάζουμε μαζί τους για αυτό όταν ξαφνικά, βλέπουμε να πλησιάζει ένα λεωφορείο. Τους ευχόμαστε καλή τύχη με τις φάλαινες, τρέχουμε και ανεβαίνουμε στο λεωφορείο.
-«Ia orana” λέμε στον οδηγό, καλημέρα.
-“Ia orana! Au ferry?”, στο φέρρυ, στο λιμάνι, ρωτάει ο οδηγός.
-“Ναι, στην μαρίνα Vaiare”.
Το αυτοκίνητο είναι σχεδόν άδειο και καθόμαστε μπροστά για να απολαύσουμε την διαδρομή. Ο ασφαλτωμένος δρόμος προχωρά παράλληλα με την θάλασσα, στο ίδιο επίπεδο με αυτή και έχει δεξιά αριστερά ιβίσκους, βουκαμβίλιες και άλλα γνωστά και άγνωστα εξωτικά λουλούδια σε όποιο χρώμα και απόχρωση μπορεί κανείς να φανταστεί. Περνάμε από το Hilton Moorea Resort και προχωράμε προς το χωριό Paopao. Η φύση μαγευτική, αριστερά η σμαραγδένια θάλασσα και ο ύφαλος με τα κοράλια του, δεξιά δάσος με καταπράσινα δένδρα ή ψιλόλιγνα φοινικόδεντρα και από πάνω να υψώνονται τα μεγαλόπρεπα βουνά. Ανάμεσα στην βλάστηση, κάποιες κατοικίες, μια μικρή πανσιόν, ένα μαγαζάκι και το πιο σπουδαίο είναι ότι όλα, από το πιο φτωχικό ώς το πιο πολυτελές σπίτι είναι όλα πανέμορφα, έτσι όπως βρίσκονται χτισμένα μέσα στον κήπο της φύσης, ανάμεσα σε εξαίσια δέντρα, λουλούδια και φυτά.
Κοιτάζουμε το υπέροχο θέαμα κουβεντιάζοντας για την βουτιά με τις φάλαινες. Η προοπτική μας έχει συναρπάσει. Θυμίζω στον Γιώργο οτι είχα μιλήσει για αυτό το θέμα με την φίλη μας την Kay. Η κόρη της Kay έχει boutique κάπου εδώ κοντά και ο γαμπρός της που είναι κινηματογραφιστής υποβρύχιας ζωής, συνεργάζεται με μια εταιρία που οργανώνει τέτοιες βουτιές.
Μετά από 15 λεπτά περνάμε εξω από το ξενοδοχείο Sofitel, που μοιάζει σαν ένα μεγάλο χωριό με bungalows από bamboo και στέγη από pandanus, χτισμένα στην άμμο ή πάνω στα τυρκουάζ νερά της ήσυχης σαν λίμνη θάλασσας, προστατευμένης από τα κύματα του ωκεανού από τον κοραλιογενή ύφαλο. Μετά από πέντε λεπτά φτάνουμε στο λιμάνι. Ο οδηγός του λεωφορείου μας ενημερώνει πως θα φύγει πίσω για το Opunohu σε μια ώρα, μόλις έρθει το επόμενο ferry.

Κατεβαίνουμε και ξεκινάμε για την μαρίνα, που βρίσκεται περίπου δυο χιλιόμετρα πιο πέρα. Ο ήλιος καίει και όταν φτάνουμε είμαστε πια κάθιδροι. Ζητάμε τον υπέυθυνο, μα δυστυχώς λείπει και μας ξαναστέλνουν πίσω στο λιμάνι. Πριν φύγουμε, ρίχνουμε μια ματιά στην μικρή μαρίνα. Δείχνει καλά προστατευμενη, μακάρι να βρούμε θέση εδώ.
Μένουν 30 λεπτά ώσπου να φύγει το λεωφορείο και πρέπει να βιαστούμε. Βγαίνουμε στον δρόμο και σηκώνω το χέρι στο πρώτο αμάξι που περνά. Το αυτοκίνητο σταματά, οδηγός είναι μια νέα γυναίκα.
-“Bonjour!”, μας λέει . “Πάτε στο φέρρυ? Ελάτε!”
Φτάνουμε πίσω στο λιμάνι και πηγαίνουμε στο γραφείο της μαρίνας.
-“Θα πρέπει να συμπληρώσετε σε αυτή την φόρμα τα στοιχεία τα δικά σας και του σκάφους και ο υπέυθυνος θα σας στείλει email εάν υπάρχει διαθεσιμότητα, πιθανότατα στις επόμενες δυο ημέρες”, λέει ο υπάλληλος. Συμπληρώνουμε το χαρτί, φεύγουμε και μπαίνουμε ξανά στο λεωφορείο όπου οδηγός τώρα είναι μια πολυνήσια. Καθόμαστε στο πρώτο μπροστινό κάθισμα. Στο επόμενο λεπτό το φέρρυ δένει στην προβλήτα και ο κόσμος αρχίζει να καταφθάνει. Οι περισσότεροι επιβάτες είναι νέα αγόρια και κορίτσια και αρκετοί κρατούν σανίδες για σερφ στα κύματα. Παρακολουθούμε τους ανθρώπους να μπαίνουν στο λεωφορείο, άλλοι χαλαροί, άλλοι βιαστικοί, άλλοι αγενείς, άλλοι αδιάφοροι και καταλήγουμε οτι η πολυνήσια οδηγός είναι το πιό φωτεινό, ευγενικό και γλυκύτατο πλάσμα που έχει οδηγήσει λεωφορείο στον πλανήτη. Πολυνησία αγαπημένη.
15.00 Επιστρέφουμε στο Φιλίζι και αφού κάνουμε μια δροσιστική βουτιά φεύγουμε με το zodiac για να βρούμε την Birgitt (βλ κείμενο με τίτλο Single handed sailor category moments,). Ξέρουμε οτι η Birgitt είναι κάπου εδώ, στον κόλπο Opunohu στο σημείο που μας έδειξε στον χάρτη πριν από 16 μήνες, στην συνάντησή μας στην Μαρτινίκ 5.500 ναυτικά μίλια μακριά. Προχωρώντας με το βαρκάκι περνάμε κοντά από το Jacaranda και βλέποντας τον Chuck και την LInda εκεί, σταματάμε να μάθουμε για την βουτιά τους
-“Δυστυχώς δεν ήμασταν τυχεροί. Η φάλαινα που συναντήσαμε ήταν πολύ κινητική και έτσι δεν καταφέραμε να κολυμπήσουμε μαζί της. Θα ξαναπάμε αύριο όμως…”, λέει o Chuck.
-“Μιλήσαμε με κάποιους φίλους πριν, μας είπαν πως κολύμπησαν με τέσσερις φάλαινες, οι δυο είχαν και τα μικρά τους μαζί”, συμπληρώνει η Linda.
-«Τέσσερις φάλαινες!», λέμε ταυτόχρονα με τον Γιώργο. Συμφωνούμε να ξαναμιλήσουμε την επόμενη, για να μάθουμε πως πήγε η βουτιά τους.
Συνεχίζουμε για κάμποση ώρα προς το εσωτερικό του κόλπου Oponuhu. Η απόσταση δεν είναι μικρή, περίπου 1,5 NM, και πηγαίνουμε αργά γιατί το βαρκάκι μας σήμερα δεν θέλει να πλανάρει. Κάποια στιγμή, διακρίνεται στο βάθος ένα μικρό, λευκό ιστιοπλοικό. Πλησιάζοντας, βλέπουμε δεμένο μαζί του το φούξια- τυρκουάζ Pocoloco 2 της Birgitt. Η χαρά μας είναι μεγάλη! Πιανόμαστε από το βαρκάκι και χτυπάμε ελαφρά το τοίχωμα. Η Birgitt βγαίνει από το hutch. Δείχνει ξεκούραστη και υγιής, και έχει πάρει λίγο βάρος. Την προηγούμενη φορά που βρεθήκαμε ήταν πάρα πολύ αδύνατη, όπως ήταν αναμενόμενο αφού είχε μόλις διασχίσει μόνη – single handed δηλαδή – τον Ατλαντικό Ωκεανό, από την Γαλλία στην Μαρτινίκ, χωρίς αυτόματο πιλότο με το Pocoloco 2, ένα ξύλινο σκάφος Muskadet, μήκους 6 μέτρων. Κοιτά για μερικά δευτερόλεπτα, μετά μας αναγνωρίζει και το πρόσωπό της φωτίζεται από ένα πλατύ και κάπως σκανταλιάρικο, σαν μικρού παιδιού, χαμόγελο.

-«Καλωσήρθατε στην Moorea, παιδιά!”
Κουβεντιάζουμε για λίγη ώρα ώσπου έρχονται φίλοι να την επισκευτούν. Δίνουμε ραντεβού για την επόμενη ημέρα και φεύγουμε για να κάνουμε βουτιά στην άλλη πλευρά του υφάλου, κοντά στο χωριό Paopao.

21 Σεπτεμβρίου 2017
Baie Opunohu, Moorea
05.30 Ξημερώνει κι ο ουρανός αρχίζει να φωτίζει. Η κορυφή Muaroa είναι χαμένη μέσα στα σύννεφα. Μετά το πρωινό, φορτώνουμε τα σπαστά Dahon ποδήλατά μας στο zodiac. Δένουμε σε έναν από τους φοίνικες, που κρέμονται πάνω από τα διάφανα νερά και χωρίς καν να βρέξουμε τα πόδια μας, σκαρφαλώνουμε τα βραχάκια, ξεφορτώνουμε τα ποδήλατα από το βαρκάκι και ξεκινάμε την βόλτα. Προχωράμε στον παραλιακό δρόμο κοιτάζοντας γύρω μαγεμένοι και ίσως μοιάζει βαρετό που το γράφω ξανά και ξανά , μα δεν γίνεται να μην πω πως η φύση αυτού του νησιού είναι τόσο συγκλονιστικά όμορφη που μας αφήνει συνέχεια έκθαμβους και κάθε λίγο σταματάμε για να φωτογραφίσουμε κάτι, ένα τοπίο, κάποιο λουλούδι, τα βουνά… Ο αέρας ευωδιάζει tipanier και γαρδένιες. Προχωράμε για λίγο δίπλα στην όμορφη παραλία με τα φουσκωτά παιχνίδια με κατεύθυνση προς το βάθος του κόλπου. Δίπλα στον δρόμο, μια γυναίκα έχει στήσει το μαγαζάκι της, έναν πάγκο φορτωμένο με εξωτικά φρούτα και λαχανικά, που κάποια αναγνωρίζουμε, κολοκύθες, καρύδες, μελιτζάνες, μα τα περισσότερα τα βλέπουμε πρώτη φορά!! Της ζητάμε να μας ανοίξει μια καρύδα για να πιούμε το νερό της. Η γυναίκα βγάζει μια καρύδα από ένα φορητό ψυγείο, και το νερό της είναι κρύο και πάρα πολύ νόστιμο. Ακούγοντας μας να μιλάμε ελληνικά ρωτά από πού είμαστε.
-«Είμαστε Έλληνες – nous sommes grec. Την γνωρίζεται την Ελλάδα?”
-«Δεν ξέρω πού βρίσκεται ακριβώς, αλλά ξέρω καλά το ελληνικό γιαούρτι και μου αρέσει πάρα πολύ», απαντά εκείνη γελώντας
Πριν φύγουμε την ρωτάμε αν ξέρει πού μπορούμε να βρούμε internet.
Απαντά οτι υπάρχει στο χωριο Papetoai στα δυτικά και στα ανατολικά στο χωριό Maharepa.
“Στην Maharepa βρίσκεται η boutique της Maluha, της κόρης της Kay”, ας πάμε εκεί” , προτείνω στον Γιώργο . Η Kay Quattrocchi είναι ζωγράφος και γλύπτρια, και έχει ρίζα ελληνική, η μητέρα της είναι ελληνίδα. Την γνωρίσαμε στο Saint Barth. Εκεί, ένα εξαιρετικό έργο της, το Wall of Light, μια κατασκευή από ζωγραφισμένα plexiglass, κοσμεί τον εξωτερικό χώρο του υπέροχου κτιρίου της Collectivite (δημαρχείο). Από απίστευτα καλή τύχη, το έργο δεν έπαθε τίποτα όταν το μάτι του τυφώνα Ίρμα πέρασε από το νησί, αφήνοντας πίσω μεγάλες καταστροφές. Όμως οι ζημιές ήταν πολλές και η μεγαλύτερη από όλες η τρομακτική δοκιμασία που πέρασαν όσοι βρέθηκαν εκεί.


Αλλάζουμε κατεύθυνση και ξεκινάμε για την Maharepa. Τα ποδήλατα μας τρέχουν με άνετες πεταλιές στον επίπεδο δρόμο και εμείς απολαμβάνουμε μια σπάνιας ομορφιάς βόλτα. Παντού άπειρα λουλούδια, λουλούδια και ευωδιές, δένδρα και γρασίδι και πάνω ψηλά απότομοι βράχοι και βουνά που παίζουν με τα σύννεφα και αριστερά στην θάλασσα, σμαραγδένια νερά που ίσα ίσα σκεπάζουν τα κοράλια. Περνάμε μπροστά από την πιο κόκκινη βουκαμβίλια που έχουμε δει ποτέ. Μετά φτάνουμε σε μια απότομη ανηφόρα, μα το τοπίο είναι τόσο απίστευτα όμορφο, τόσο εξωπραγματικά όμορφο που την ανεβαίνουμε με τρεις ορθοπεταλιές! Σε λίγο μπαίνουμε στο Cooks bay, τον κόλπο που έχει πάρει το όνομα του μεγάλου, του σπουδαίου θαλασσοπόρου, εξερευνητή και χαρτογράφου, ο οποίος με σπάνια επιμονή, οξυδέρκεια και ταλέντο, σάρωσε τον Ειρηνικό Ωκεανό, χαρτογραφώντας τον για λογαριασμό του βρετανικού ναυτικού, ανακαλύπτοντας πολλά νησιά και άνοιγοντας νέους, ασφαλέστερους δρόμους στην ναυσιπλοία. Η φύση εδώ ξεχυλίζει ομορφιά, τα απότομα υψώματα, η πυκνή βλάστηση, τα ήρεμα νερά του προστατευμένου κόλπου.
-«Θα πρέπει να ζαλίστηκαν από την ομορφιά που αντίκρυσαν, ο καπτεν Κουκ και το πλήρωμα», σχολιάζει ο Γιώργος.
Μετά από λίγο βλέπουμε μια πινακίδα που γράφει Maharepa Maeva (Μαχαρέπα καλωσήρθατε). Σύντομα εντοπίζουμε την boutique Made in Moorea, το μαγαζί της Maluha. Κλειδώνουμε τα ποδήλατά μας και ανεβαίνουμε να την βρούμε.
Μας υποδέχεται μια όμορφη γυναίκα γύρω στα 35-40
-«Iaorana Καρινά, Ζώρζ! Η μητέρα μου έστειλε μήνυμα οτι θα έρθετε.»
Η Kay μου έχει πει πως τα ρούχα που πουλάει η Maluha στη boutique, είναι όλα σχεδιασμένα από την ίδια, και πράγματι τα χειροποίητα σαρόνγκ batik, τα φορέματα, tshirt, είναι όλα εξαιρετικά και ευτυχώς που βιαζόμαστε γιατί θα το τσάκιζα το budget του μήνα. Η Maluha μας φέρνει σε επαφή με τον άνδρα της και κανονίσουμε να πάμε αύριο για την βουτιά με τις φάλαινες.
15.00 Επιστρέφουμε στο Φιλίζι καθυστερημένοι για το ραντεβού με την Birgitt και καταιδρωμένοι. Ξεφορτώνουμε τα ποδήλατα από το βαρκάκι και τα κατεβάζουμε στην καμπίνα – γυμναστική σπουδαία σήμερα – και κάνουμε μια βουτιά ίσα για να δροσιστούμε. Μετά ετοιμάζουμε μια μεγάλη “ελληνική” σαλάτα με ντομάτα και αγγούρι από την Ταϊτή, κάπαρη από την Μαρτινίκ, ελιές από την Καλαμάτα, ρίγανη από την Σικελία και λάδι από την Ισπανία, παίρνουμε και το υπόλοιπο μπριάμ που περίσεψε από χτες, μια φρατζόλα ψωμί ζυμωτό του Γιώργου και ξεκινάμε να πάμε στο Pocoloco, για να φάμε μαζί με την Birgitt.
17° 30’ S 149°51’ W
16.00 Είμαστε καθισμένοι στο κόκπιτ του Pocoloco 1, δηλαδή του πρώτου Pocoloco που είναι ένα ξύλινο Vega 29 πόδια), τρώμε και πίνουμε από μια μπύρα Balboa (Παναμάς) . Η Birgitt λέει ιστορίες και εμείς ακούμε μαγεμένοι.
-«….Λοιπόν, μετά από 20 ημέρες, αφήνω τον Tamo (ο γιός της) στην Moorea, και ξεκινάω να επιστρέψω στην Ισπανία, για να δω τον πατέρα μου (σΚ: ταξίδι περίπου 15.000 ΝΜ μόνη της!!). Πριν ξεκινήσω, κάνω μια στάση στο κανάγιο της Raiatea γιατί πρέπει να κάνω κάποιες επισκευές. Είμαι λοιπόν αγκυροβολημένη στον κόλπο έξω από το καρνάγιο με το Pocoloco, όταν μας λένε οτι πλησιάζει τυφώνας. Δεν υπήρχε χρόνος για να φύγω, το μόνο που μπόρεσα να κάνω ήταν να βάλω μια δεύτερη άγκυρα και – όπως όλοι – να προσευχηθώ. Όταν ο τυφώνας μας χτύπησε, βρισκόμουν μέσα στο σκάφος. Ήταν κάτι το φοβερό, ήταν πάρα πολύ τρομακτικό. Για να καταλάβετε την δύναμη του ανέμου, ξεκίνησα να πάω στην πλώρη για να ελέγξω τα σχοινιά και για να το καταφέρω σύρθηκα στο κατάστρωμα. Σε τούτο το σκαφάκι που έχει μήκος μόνο 8 μέτρα χρειάστηκε μια ολόκληρη ώρα για να φτάσω έρποντας στην πλώρη και μετά πίσω στο κόκπιτ. Είχα την μηχανή συνέχεια στο πρόσω – εκείνα τα χρόνια είχα και μηχανή στο σκάφος – για να βοηθώ τις άγκυρες. Ευτυχώς γλύτωσα χωρίς μεγάλη ζημιά. Όταν ο τυφώνας πέρασε, μάθαμε οτι ερχόταν κι άλλος. Ο Tamo, ο γιος μου, μου ζήτησε να γυρίσω πίσω. Προσπάθησα να πάω ανατολικά στην Moorea μα ήταν αδύνατο, προσπάθησα να πάω δυτικά, προς την Αυστραλία, αδύνατο και αυτό, ο καιρός δεν με άφηνε. ‘Ετσι λοιπόν έφυγα βόρεια. Μετά απο 60 ημέρες ταξίδι έφτασα στα νησιά της Hawaii (2.300ΝΜ), χωρίς χάρτη, χωρίς τίποτα. Έμεινα εκεί μήνες και έκανα πολλούς καλούς φίλους. Από τότε έχω πάει άλλες τρεις φορές και φέτος σκοπεύω να ξαναπάω. θα φύγω σε ένα μήνα από τώρα” …
“….Μια άλλη χρονιά έφυγα από την Moorea με κατεύθυνση προς τον Ινδικό. Βρισκόμουν κοντά στην Νέα Καληδονία, όταν έπεσα σε μια μεγάλη καταιγίδα και την τρίτη ημέρα της καταιγίδας έσπασε η μάτσα. Όταν ο άνεμος κόπασε, κατάφερα να στηρίξω το πανί στην δεύτερη μούδα, και έτσι έφτασα σε ένα μικρό νησί. Όταν φτάνω σε άγνωστο τόπο μετά από μεγάλο ταξίδι δεν βγαίνω αμέσως από το σκάφος, πρώτον γιατί έχω ανάγκη να προσαρμοστώ στην ιδέα της στεριάς και των ανθρώπων μετά από την γλυκειά μοναξιά του ωκεανού, και δεύτερον, για να δώσω χρόνο στους κατοίκους να συνηθίσουν την παρουσία μου ειδικά αν το μέρος είναι πολύ μακρινό και απομακρυσμένο. Έτσι λοιπόν έμεινα στο σκάφος ώσπου, μετά από μια εβδομάδα, μας πλησίασε μια βάρκα, το Pocoloco και εμένα. Μέσα ήταν μερικοί άνδρες, ο ένας από αυτούς ο αρχηγός και ιδιοκτήτης του νησιού. Τους υποδέχτηκα με μεγάλη χαρά, Εκείνοι μου προσέφεραν ένα καλάθι με φρέσκα φρούτα.
-Περιμένουμε μέρες να σε γνωρίσουμε. Και αφού δεν βγαίνεις ήρθαμε να σε καλέσουμε!», είπε ο άνδρας, μιλώντας γαλλικά. Ευτυχώς, γαλλικά μιλώ πολύ καλά, τα παιδιά μου κι εγώ ζήσαμε πάνω από δέκα χρόνια στην X en Province, στην Γαλλία. Σ’ εκείνο το μικρό νησάκι έμεινα σχεδόν δυο μήνες και με βοήθησαν όλοι πολύ, με «υιοθέτησαν» πραγματικά. Ο αρχηγός παρείγγειλε για μένα μια καινούργια μάτσα στην Αυστραλία, να αυτήν που βλέπετε εδώ, και το σκάφος επισκευάστηκε.
Ο καιρός όμως είχε περάσει και η εποχή δεν ήταν καλή για να διασχίσω τον Ινδικό Ωκεανό. Έτσι λοιπόν αποφάσισα να πάω ανατολικά, για να περάσω το Ακρωτήριο Χόρν (6.000 ΝΜ!!!!!!) και από εκεί στην Ισπανία (+6.000ΝΜ !!!!!). Βέβαια προσπάθησαν όλοι να μου αλλάξουν τα σχέδια, «οι νότιες θάλασσες δεν είναι για σκάφη σαν το Pocoloco”, μου έλεγαν. Τελικά τους αποχαιρέτησα και έφυγα. Το ταξίδι ήταν δύσκολο, με δυνατούς ανέμους και κρύο, πολύ κρύο. Όταν πια βρισκόμουν περίπου 1.000 ΝΜ από το Cape Horn έπεσα σε μια πραγματικά άσχημη καταιγίδα. Κάποια στιγμή, την ώρα που βρισκόμουν ανεβασμένη στην μάτσα και έπαιρνα μούδα στο πανί, είδα να έρχεται ένα τεράστιο κύμα. Η αντίδρασή μου ήταν να αγκαλιάσω σφιχτά το κατάρτι . Το κύμα έφτασε δίπλα μας, και την στιγμή που ψέλισα «πάει αυτό ήταν», περιμένοντας να βυθιστούμε, το Pocoloco πέρασε μέσα από το κύμα, το κύμα πάνω από το Pocoloco, σαν να ήμασταν μια σανίδα του surf!!! Κοίταζα το γιγάντιο κύμα να σπάζει στριφογυρνώντας από πάνω μας σαν χαμένη. Το κύμα πέρασε, έφυγε και εμείς απολύτως στεγνοί. Δεν πίστευα τα μάτια και την τύχη μου. Μετά από δυο νύχτες, κι ενώ βρισκόμουν μέσα και μαγείρευα, ξαφνικά το σκάφος τουμπάρισε! Νομίζω πως χτυπήσαμε κάτι, ίσως κάποιο container. Ευτυχώς, με την τούμπα βρέθηκα χωμένη μέσα στο dodger, στο sprayhood, και έτσι δεν έπεσα στην θάλασσα. Μετά από λίγο το σκάφος επανήλθε, ήταν όμως γεμάτο νερά, είχαν σπάσει πολλά, είχε σπάσει το ένα φινιστρίνι και το χειρότερο, είχε σπάσει το ξύλο που κλείνει το χατς της εισόδου. Δεν πτοήθηκα και συνέχισα για το Ηorn, μα, με το πορτάκι ανοιχτό και δυνατό άνεμο από πρίμα το παιχνίδι ήταν χαμένο. Κάποια στιγμή ένα κύμα γέμισε το σκάφος με νερό και κατάλαβα ότι ήρθε ώρα να παραιτηθώ από το σχέδιό μου. Πήρα κατεύθυνση βόρεια προς την Χιλή για να επισκευάσω την ζημιά….”
Ακούγοντας τις υπέροχες ιστορίες της φίλης μας πέρασε η ώρα, ο ήλιος έδυσε.
«Κανόνισα με τον γιο μου να μου φέρει το αυτοκίνητο την Δευτέρα για να σας πάω βόλτα να σας δείξω το νησί. Μπορούμε να πάμε και στον καταρράκτη…» λέει η Μπίργκιτ.
-«Σε ευχαριστούμε πολύ, υπέροχη ιδέα, είμαστε σύμφωνοι!», λέμε και την αποχαιρετούμε με σφιχτή αγκαλιά. Μαζεύουμε τα πράγματά μας, μπαίνουμε στο βαρκάκι και ξεκινάμε ενώ αρχίζει να σκοτεινιάζει. Κρατάω ψηλά το κινητό με την οθόνη φωτισμένη, αντί για φωτάκι ναυσιπλοίας. Τα πάντα γύρω είναι σκοτεινά, και τα πρώτα άστρα εμφανίζονται στον ουρανό. Ο άνεμος έχει σπάσει εντελώς, η θάλασσα ένας τεράστιος καθρέφτης να κοιτάζει ο ουρανός την ομορφιά του. Μια υπέροχη μέρα στην Moorea πλησιάζει στο τέλος της. Και αύριο θα κάνουμε βουτιά με μεγάπτερες φάλαινες…