Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου, 2017 

17° 20’ S 149° 51’ W  Vaipeu reef anchorage, Opunohu bay, Moorea

06.00 Ανοίγω τα μάτια και αμέσως σπρώχνω το κουρτινάκι για να δω τον καιρό. Μόλις αντικρύζω την ομορφιά έξω, όπως κάθε μέρα,  τσιμπιέμαι να δω αν ονειρεύομαι. Μετά, χαμογελώ πλατιά, ο ουρανός είναι ασυννέφιαστος και η θάλασσα λάδι. Σήμερα θα πάμε να κολυμπήσουμε με φάλαινες και είναι πολύ σημαντικό να είναι ηλιόλουστη η ημέρα και να μην φυσά! Σηκώνομαι με κέφι και πάω κοντά στον Γιώργο που ετοιμάζει καφέ.

-«Καλημέρα καπετάνιε μου! Ωραία μέρα!». Ο καφές αρχίζει να φουσκώνει και σβήνει αμέσως την φωτιά. Βγαίνουμε στο κόκπιτ, ρουφώντας με απόλαυση καφέ ελληνικό αλλά και την συναρπαστική θέα. Η Birgitt είπε οτι η Moorea ψηφίστηκε ως το ομορφότερο νησί του κόσμου σε κάποιο περιοδικό. Δεν ξέρω αν είναι έτσι, πάντως για μένα είναι το ωραιότερο μέρος που έχω δει στην ζωή μου.

Ο Γιώργος ανοίγει το Iridium για να πάρει τα email και το δελτίο καιρού.

-“Καρίνα, έχουμε email από τον Γιάννη Μαραγκουδάκη (πρόεδρος του Π.Ο.Ι.Α.Θ. Πανελλήνιος Όμιλος Ιστιοπλοϊας Ανοιχτής Θαλάσσης). Έστειλε μια ελληνική μετάφραση της ανάρτησης που έγραψες αγγλικά για το πέρασμα του Παναμά!». Παίρνω το iPad και αρχίζω να διαβάζω φωναχτά την μετάφραση και για την επόμενη ώρα μεταφερόμαστε νοητά στην μεγάλη περιπέτεια του Panama Canal Transit.

-«Είχα ξεχάσει πως είχαμε τόσες αναποδιές την τελευταία στιγμή, η αναβολή, το σπασμένο ντεπόζιτο, το alternator, το ψυγείο!»

-«Κι εγώ! Όπως συμβαίνει συνήθως, αυτό που μένει είναι οι ωραίες στιγμές ενώ οι δυσκολίες που τις συνοδεύουν ξεχνιούνται», λέει ο Γιώργος. «Ο πρόεδρος ζητά να ελέγξουμε την μετάφραση. Θέλουν να την δημοσιεύσουν στο τεύχος Νοεμβρίου, (σσ: Στο περιοδικό Ιστιοπλοϊκός Κόσμος»

12.00 Φορτώνουμε στο βαρκάκι τα σπαστά μας ποδήλατα, τα σακίδιά μας με στολές κατάδυσης, μάσκες, βατραχοπέδιλα και κατευθυνόμαστε προς την παραλία. Το νερό είναι τόσο διαυγές που είναι πιο πολύ σαν να πετάμε παρά να πλέουμε, νομίζω πως μπορώ να αγγίξω την άμμο κάτω στον βυθό που φαίνεται όλο και πιο κοντά πλησιάζοντας την ακτή 6 μέτρα, 3 μέτρα, 2 μέτρα.

Βλέπω τους γνωστούς κατοίκους της περιοχής, ένα   μικρό σαλάχι spotted ray, ένα μεγαλύτερο sting ray να περνάνε από κάτω μας και τα αμέτρητα κοχύλια που αναπαύονται στην άμμο. Στην λεία επιφάνεια της θάλασσας επιπλέουν κλαδιά από άλγη tourbinaria ornata. Τα κοράλια του υφάλου δυστυχώς δεν είναι σε καλή κατάσταση και η tourbinaria φαίνεται να επιδεινώνει την παρακμή του υφάλου.

Ακολουθώντας μια πορεία ανάμεσα από τους βράχους με τα κοράλια (coral heads) προσεγγίζουμε την ακτή και τον όμορφο φοίνικα που έχουμε επιλέξει για να δένουμε. Πατάω σ’ έναν βράχο, βγαίνω έξω με το σχοινί της βάρκας στο χέρι και το περνάω γύρω από τον κορμό του. Ο Γιώργος πετάει μακριά την μικρή άγκυρα, μετά μου δίνει ένα- ένα τα ποδήλατα και βγαίνει έξω. Τα ξεδιπλώνουμε και ξεκινάμε την βόλτα. Το ραντεβού μας είναι στην 1 μμ. Έχουμε αργήσει, πρέπει να βιαστούμε.

Τα ποδήλατα κυλούν και οι εικόνες της συγκλονιστικής φύσης του νησιού εναλλάσονται μπροστά στα μάτια μας σαν μια ταινία. Αφήνουμε πίσω την πλαζ και μερικά παραθαλάσσια σπίτια. Μόλις περνάμε την επόμενη στροφή, πάνω από τους ανθισμένους φράκτες των σπιτιών, υψώνεται σαν άλλη κορυφή του κόσμου η κορυφή Muaroa (“δόντι του καρχαρία»), γεμίζοντάς μας   δέος. Αυτό το αίσθημα το νιώθουμε καθημερινά από την μέρα που φτάσαμε σ’ αυτό το νησί.

Δυό κορίτσια περνούν με τα ποδήλατά τους από την άλλη κατεύθυνση του δρόμου και πλησιάζοντας μας χαιρετούν χαμογελαστές

-“Ia orana!” (γιά οράνα).

-“Ia orana”, τους απαντάμε, γεια σας. Πιο κάτω ένας άνδρας κλαδεύει τον φράχτη του σπιτιού του

-«Ia orana!”, μας λέει

-“Ia orana!”, απαντάμε και εμείς, με τον χαρακτηριστικό τραγουδιστό ήχο αυτού του χαιρετισμού, σαν να είμαστε ντόπιοι. Είναι μεγάλη χαρά να ζούμε σε μέρη που οι άνθρωποι μας χαιρετιούν και μας καλωσορίζουν.

-«Θα λέμε καλημέρα στους περαστικούς όταν γυρίσουμε στο Φάληρο και θα μας περνούν για γραφικούς», σχολιάζει ο Γιώργος γελώντας.

Βρισκόμαστε πια στο βάθος του κόλπου Opunohu. Αφήνουμε την διασταύρωση για το Belvedere, προχωράμε και σε λίγο περνάμε μπροστά από ένα λιβάδι όπου βόσκουν μερικές  λευκές γελάδες. Το λιβάδι διακόπτει την πυκνότητα του τροπικού δάσους, απλώνεται σαν μια γαλήνια πράσινη λίμνη, ανύποπτο για τους τρομερούς βράχους που υψώνονται κάθετα από πάνω. Οι αγελάδες βόσκουν σχεδόν ακίνητες. Δυο κοκκόρια τρέχουν πανικόβλητα μόλις μας αντιλαμβάνονται, πηδούν στο χαντάκι του δρόμου και χάνονται απ’ τα μάτια μας.

-«Η Birgitt είπε οτι εδώ έγιναν τα γυρίσματα για την ταινία Gauguin – Voyage de Tahiti”, λέει ο Γιώργος και μετά χτυπά  το κουδουνάκι του ποδηλάτου, σαν χαιρετισμό στους αγρότες μέσα στο λιβάδι.

-“Η ταινία πρέπει να παίζεται ήδη στα σινεμά της Ταϊτής, είδα μια αφίσα στην Papeete», του απαντώ. «Μακάρι να παιχτεί και στην Ελλάδα»

Ο δρόμος έχει δυο λωρίδες, μία σε κάθε κατεύθυνση και η άσφαλτος είναι τέλεια. Στο σημείο αυτό όμως η διαγράμμιση αλλάζει, προστίθεται μια μικρότερη λωρίδα στην άκρη του δρόμου, και το ζωγραφισμένο πράσινο ποδηλατάκι αναγγέλει οτι ξεκινά ποδηλατόδρομος. Προχωράμε γρήγορα. Τα αυτοκίνητα μας προσπερνούν κρατώντας απόσταση ασφαλείας – η αγάπη των πολυνήσιων για την ποδηλασία είναι εμφανής.

-“Ο πιο υπέροχος ποδηλατόδρομος του πλανήτη!!”, λέω δυνατά να με ακούσει το …σύμπαν.  Μετά από  λίγο συναντάμε στην άκρη του δρόμου ένα υπαίθριο μανάβικο. Οι πάγκοι είναι φορτωμένοι φρούτα και λαχανικά, ανανάδες, μπανάνες, μάνγκο, παπάγια και άλλα εξωτικά και είναι στολισμένοι με αμέτρητους κατακόκκινους ιβίσκους! Είναι συνηθισμένο εδώ να στήνουν οι ντόπιοι έναν πάγκο έξω από το σπίτι τους και να πουλούν τους καρπούς των δέντρων και των χωραφιών τους, πώς αλλιώς να διαχειριστούν την ευλογημένη αφθονία που προσφέρει η γη της Πολυνησίας? Άλλοι πάλι στήνουν πάγκο και πουλούν φαγητά που μαγειρεύουν, όπως τα firi – firi, κάτι σαν ντόνατ. Έχουμε κάνει γύρω στα τρία χιλιόμετρα μέσα στην ζέστη και η επιγραφή πάνω στον πάγκο «coco glassé” (παγωμένη καρύδα) είναι πολύ δελεαστική. Μόλις σταματάμε πλησιάζει μια γυναίκα ντυμένη με τοπ από μπικίνι και παρεό. Ανοίγει το ψυγείο πάγου, βγάζει μια καρύδα, την χτυπά με μια ματσέτα και την ανοίγει στην στιγμή, κάτι που δείχνει πανεύκολο χωρίς να είναι.Πίνουμε το ευεργετικό, δροσιστικό νερό της καρύδας, πληρώνουμε 200 cfp, δηλαδή 1,7€ και συνεχίζουμε τον δρόμο μας. Τα σπίτια στα πλάγια του δρόμου αρχίζουν να πυκνώνουν, αν και μισοκρυμένα στην βλάστηση και σε λίγο μπαίνουμε στο χωριό Papetoai.

Δεν έχουμε καταλάβει ακριβώς πού βρίσκεται η βάρκα του Dolphin Expedition, των ανθρώπων που θα μας πάνε στις φάλαινες, οπότε μόλις βλέπουμε την πινακίδα Quai de Papetoai (προκυμαία), στρίβουμε. Μπαίνουμε στο στενό χωμάτινο δρομάκι που καταλήγει στην θάλασσα. Στα δεξιά είναι μια εκκλησία, ένα όμορφο πολύγωνο κτίριο μέσα σε έναν ολάνθιστο κήπο. Δίπλα στην προβλήτα βρίσκεται μια καλυμένη αγορά, όπου ντόπιοι τεχνίτες έχουν στήσει πάγκους και πουλούν τα χειροτεχνήματά τους, ξυλόγλυπτα, κοσμήματα από κοχύλια, μαργαριτάρια, προφανώς κατασκευασμένη για τους επιβάτες των κρουαζιερόπλοιων που επισκέπτονται κάθε τόσο το Opunohu. Στην προβλήτα βάρκα δεν υπάρχει και ευτυχώς έχουμε πάρει ένα τοπικό κινητό Vini και έτσι τηλεφωνούμε στον Harold, τον καπετάνιο.

-«Πρέπει να προχωρήσετε, βρισκόμαστε ακριβώς δίπλα στο ξενοδοχείο Intercontinental”

12.50 Κάνοντας ορθοπεταλιές ξαναβγαίνουμε στον κεντρικό δρόμο. Μετά από 2-3 χιλιόμετρα βλέπουμε την επιγραφή Dolphin Expedition και στρίβουμε. Δυο άνδρες ξεφορτώνουν πράγματα από ένα φορτηγό pick- up. Ο ένας από αυτούς μας πλησιάζει.

-« Καλωσήρθατε. Ονομάζομαι Patea”

Είναι ο άνδρας της Maluha, ο κινηματογραφιστής υποβρύχειων λήψεων. Κουβεντιάζουμε για λίγο, μετά ο Πατεά μας δείχνει πού να κλειδώσουμε τα ποδήλατά μας.

-«Μην ανησυχείτε, τα ποδήλατά σας είναι ασφαλή»

Προχωράμε προς την ξύλινη προβλήτα όπου είναι δεμένη μια μεγάλη βάρκα με δυο δυνατές εξωλέμβιες μηχανές. Οι άλλοι  επιβάτες έχουν επιβιβαστεί, κάποιοι από αυτούς φορούν ήδη στολές κολύμβησης. Ένας ψηλός άνδρας μπαίνει στην βάρκα και στέκεται πίσω από το τιμόνι.

-«Ονομάζομαι Harold, είμαι ο καπετάνιος και σας καλωσορίζω κοντά μας. Σήμερα, αυτή την όμορφη ανοιξιάτικη ημέρα θα πάμε να κολυμπήσουμε με μεγάπτερες φάλαινες. Θα προσπαθήσουμε να βρούμε κάποια που να μην είναι κινητική, δηλαδή να στέκεται σε ένα σημείο ώστε να μπορέσετε να κολυμπήσετε κοντά της. Το καλύτερο θα είναι να βρούμε μια μητέρα με το μωρό της, και υπάρχουν αρκετές αυτή την στιγμή στο νησί μας. Όταν τις εντοπίσουμε, θα πλησιάσουμε και τότε εσείς θα πρέπει μπήτε στην θάλασσα ήσυχα, για να μην τις τρομάξετε. Οι φάλαινες που θα δούμε έχουν περάσει εδώ, στην Moorea, τους πρώτους μήνες της ζωής τους μαζί με τις μητέρες τους και ξαναγυρνούν εδώ για να μεγαλώσουν τα μικρά τους. Θα τις βρούμε μέσα στον ύφαλο, σε σχετικά ρηχά νερά, οι μητέρες φέρνουν εδώ τα μωρά για να τα προστατέψουν από τις όρκες, τις φάλαινες δολοφόνους. Οι όρκες δεν μπαίνουν ποτέ μέσα στον ύφαλο. Δυστυχώς εδώ δεν υπάρχει τροφή για τις μητέρες φάλαινες και έτσι κατά τους μήνες θηλάζουν, επιζούν καταναλώνοντας το ίδιο τους το λίπος”

13.30 Ο Harold βάζει μπρος τις μηχανές, οι υπόλοιποι της ομάδας λύνουν τα σχοινιά και το σκάφος ξεκινά. Στην πλώρη κάθονται τέσσερις γυναίκες, που μιλούν για τις φάλαινες και φαίνεται να έχουν ξανακολυμπήσει μαζί τους. Ανάμεσά τους είναι και μια γυναίκα με χαρακτηριστικά ινδιάνας. Η ηλικία της ακαθόριστη, είναι μικροκαμωμένη, πολύ γυμνασμένη, φορά ένα μικροσκοπικό μπικίνι, ένα παρεό, έχει στα χέρια της ένα γιουκαλίλι και κάθε τόσο παίζει μια μελωδία.

-“ Τα μικρά φαλαινάκια πίνουν περίπου 200 λιτρα γάλα την ημέρα.” Συνεχίζει ο Harold στα γαλλικά και μετά επαναλαμβάνει στα αγγλικά. “Το γάλα της φάλαινας είναι πολύ πλούσιο….”

-“Έχει 60% λιπαρά”, συμπληρώνει η ινδιάνα

-“…και το μωρό που γεννήθηκε με βάρος κοντά στον 1 τόνο, παίρνει περίπου 50 κιλά την ημέρα. Σε περίπου ένα μήνα από τώρα, που το μικρό θα έχει μεγαλώσει και δυναμώσει ακόμα περισσότερο, οι φάλαινες θα φύγουν με προορισμό την Ανταρκτική”.

-“Και θα ξαναγυρίσουν την άνοιξη”, συμπληρώνει η ινδιάνα.

17°28’S 149°53’W Πλησιάζουμε το πέρασμα του υφάλου (passe Taotoi) που είναι σηματοδοτημένο με πράσινους και κόκκινους στύλους και μόλις βγαίνουμε έξω στα βαθιά, το σκάφος αναπτύσει ταχύτητα και κατευθύνεται δυτικά (σ.σ. εδώ το σύστημα είναι ευρωπαϊκό, δηλαδή η είσοδος στο αγκυροβόλιο έχει δεξιά πράσινο και αριστερά κόκκινο. Στην Καραϊβική συνέβαινε το ανάποδο). Μετά από περίπου 15 λεπτά ο Aka, ένας από τους βοηθούς του Harold μας λέει να φορέσουμε τον εξοπλισμό μας και να ετοιμαστούμε για βουτιά. Φοράμε τις στολές κολύμβησης. Το σκάφος κόβει ταχύτητα. Η θάλασσα έχει ένα πολύ όμορφο μπλέ χρώμα και η επιφάνειά της είναι ασύσπαστη, σαν μια τεράστια λίμνη. Δίπλα είναι ένα ζευγάρι με δυο αγόρια 6 -7 χρονών. Ο άνδρας σηκώνεται και δείχνει στον ορίζοντα.

-«Lew balaines, les balaines!”, λένε ενθουσιασμένα τα μικρά. Το σκάφος τώρα κινείται πολύ αργά.

-«Κοίτα! Οι φάλαινες είναι τέσσερις!!!», λέει ο Γιώργος. Σε ένα σημείο μια τεράστια ουρά χτυπά την επιφάνεια του νερού, πιο πέρα σηκώνεται ένας πίδακας νερού με την εκπνοή μιας άλλης. Η καρδιά μου χτυπά δυνατά, ποτέ δεν βρεθήκαμε τόσο κοντά σε τέτοια γιγάντια πλάσματα.

Ο καπετάνιος γυρνά το τιμόνι και σκάφος αλλάζει κατεύθυνση, πάντα με πολύ χαμηλή ταχύτητα,

-«Όπως είπαμε, ο στόχος μας είναι να βρούμε μια μη κινητική φάλαινα μαζί με το μωρό της…»

-«Les balaines….”. τραγουδά η ινδιάνα.

Σε λίγο το σκάφος σταματά.

-«Να μπήτε στο νερό πολύ ήσυχα. Nα μείνεται όλοι κοντά στον Ακά και να μην πλησιάσετε το μωρό γιατί τότε η φάλαινα θα το πάρει και θα φύγει. Ο Aka βουτά πρώτος κρατώντας μια σανίδα κολύμβησης. Κολυμπά και φαίνεται να ψάχνει κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Σιγά – σιγά μπαίνουμε όλοι στο νερό και τον ακολουθούμε. Ψάχνω γύρω μήπως δω κάτι, όμως ούτε ψαράκι δεν βλέπω εδώ. Είναι πολύ βαθιά τα νερά εδώ, κάτι που κανονικά με τρομάζει και αν δεν ήταν οι φάλαινες και η όλη οργάνωση δεν θα έμπαινα με τίποτα να κολυμπήσω. Ο Aka σηκώνει το χέρι και λέει δυνατά.

-“Η φάλαινα έφυγε». Μας λέει να επιστρέψουμε στην βάρκα. Περιμένω στην μικρή σκαλίτσα να περάσουν τα παιδάκια. Κι άν είμαστε άτυχοι κι εμείς όπως οι φίλοι μας οι αμερικανοί, και άν δεν μπορέσουμε να βρούμε φάλαινα μη κινητική?

Είμαστε όλοι μέσα, η βάρκα ξεκινά και όλοι ψάχνουμε ξανά τον ορίζοντα.

14.15 Πλησιάζουμε προς τον ύφαλο. Σε κοντινή απόσταση φαίνονται παφλασμοί, και διακρίνουμε μια μεγάλη φάλαινα και δίπλα το μωρό της που παίζει, χτυπώντας την ουρά του στο νερό. Μετά από λίγο, μητέρα και μωρό εκπνέουν με δυο πίδακες νερού, βουτούν καμπουρώνοντας την πλάτη τους και χάνονται από τα μάτια μας. Τώρα όλοι μέσα στην βάρκα κοιτάζουμε από την άλλη μεριά, μια άλλη μητέρα με το μικρό της βρίσκονται σε κοντινή απόσταση. Μετά από λίγο χάνονται, όμως ο έμπειρος καπετάνιος κατευθύνεται προς τα εκεί.

-«Ετοιμαστείτε να βουτήξετε» λέει ο Αρόλντ (Harold).

Η βάρκα σταματά. Με τα βατραχοπέδιλα στο χέρι πάμε πίσω στην σκάλα της πρύμνης και ένας ένας μπαίνουμε στην θάλασσα. Ο Άκα κολυμπά μπροστά, σπρώχνοντας πάντα την μικρή σανίδα κολύμβησης.

-«Σταθήτε πίσω μου», λέει σιγά κάνοντας νόημα με το χέρι του. Τα παιδάκια και η μητέρα τους πιάνονται στην σανίδα του. Κοιτάζω με ένταση γύρω ώσπου βλέπω μια σκιά στο βάθος. Η διαύγεια του νερού δυστυχώς δεν είναι καλή. Η σκιά πλησιάζει και μετά από λίγο διακρίνω   ένα μωρό φαλαινάκι να έρχεται κατ’ευθείαν πάνω μας. Ο Γιώργος και εγώ κρατιόμαστε χέρι- χέρι και προσπαθούμε να μείνουμε όσο πιο ακίνητοι γίνεται, όσο μας το επιτρέπει το ρεύμα της θάλασσας. Το μωρό πλησιάζει, το μήκος του πρέπει να είναι περίπου 4-5 μέτρα. Προσπαθώ να κατανοήσω το σχήμα του, το πρόσωπό του, να δώ τα μάτια του. Το μικρό κάνει μια στροφή, παίρνει ανάσα και φεύγει κάτω στο βάθος. Μένουμε όλοι να περιμένουμε, για πέντε λεπτά.

-«Κολυμπήστε προς το σκάφος», λέει ο Aka, που κατάλαβε οτι άδικα περιμένουμε.

Πάλι πάνω λοιπόν όλοι, να ψάχνουμε τον ορίζοντα. Δεν περνά πολλή ώρα και ο Αρόλντ δίνει ξανά σήμα να ετοιμαστούμε. Αυτή την φορά μου φαίνεται οτι όλοι αργούν βάζοντας μάσκες και βατραχοπέδιλα στην σκαλίτσα και με πιάνει ανυπομονησία. Ο Ακά έχει προχωρήσει μπροστά και αυτοί που βούτηξαν πρώτοι τον ακολουθούν. Μπαίνω με τους τελευταίους στο νερό και κολυμπώ γρήγορα προσπαθώντας να φτάσω τον Γιώργο που με περιμένει πιο πέρα. Φτάνω κοντά του λαχανιασμένη. Η ομάδα έχει σταθεί σε κάποιο σημείο. Τους πλησιάζουμε. Κοιτάζουμε κάτω και βλέπουμε στο βάθος μια φάλαινα εντελώς ακίνητη. Το σώμα της είναι σχεδόν κάθετο προς τον αμμώδη βυθό, το κεφάλι της κοιτάζει κάτω και η ουρά της πάνω. Το βάθος είναι μεγάλο, η μορφή της διαγράφεται σκοτεινή μέσα στο ονειρικό μπλέ της θάλασσας. Ξαφνικά, σαν κάτι να αποκολλάται από πάνω της, και το μωρό εμφανίζεται από πίσω. Με αργές κινήσεις κολυμπά προς την επιφάνεια, ανεβαίνει να πάρει ανάσα.

Το νερό εδώ είναι πολύ διαυγές, το μωρό φαλαινάκι έρχεται δίπλα μας και είναι ξεκάθαρο οτι μας κοιτάζει. Κάνει ένα γύρο και πλησιάζει λίγο ακόμα. Το επάνω μέρος του σώματός του φαίνεται μαύρο, το κάτω σχεδόν λευκό με πτυχές και τα πτερύγιά του είναι πολύ μακριά. Τα μάτια του εξέχουν πολύ και μοιάζει να μας παρατηρεί χωρίς να φοβάται. Η καρδιά μου γεμίζει χαρά. ευγνωμοσύνη και απέραντη αγάπη για αυτό το γλυκύτατο, τεράστιο μωρό. Μετά από λίγη ώρα, το φαλαινάκι βουτά και αρχίζει να κολυμπά προς τον βυθό, με κινήσεις κυματιστές. γεμάτες αρμονία αλλά και παιδικότητα – ίσως αυτό είναι παιχνίδι του μυαλού μου – κολύμπι που θυμίζει δελφίνι. Ακούγεται ένας ήχος, ένα δυνατό “τρρρρρ”, να ειδοποίησε άραγε την μητέρα του οτι γυρνά κοντά της? Σε λίγο διακρίνω μόνο το κάτω μέρος της ουράς του, που είναι κατάλευκο με σχήμα καρδιάς. Το μικρό έχει σταθεί κολητά στην μητέρα του και φαίνεται να θηλάζει. Η ομάδα μας όλη, παραταγμένοι σε ημικύκλιο, παρακολουθούμε ήσυχα από την επιφάνεια. Η μητέρα φάλαινα μένει πάντα ακίνητη, με το κεφάλι προς τον βυθό, μα είναι απόλυτα βέβαιο οτι μας έχει αντιληφθεί και ξέρει ακριβώς πού βρισκόμαστε. Δεν περνά πολλή ώρα και το μωρό αρχίζει να ανεβαίνει στην επιφάνεια για να αναπνεύσει ξανά και, αυτή την φορά, το ακολουθεί η μητέρα του! Το θέαμα είναι πραγματικά συγκλονιστικό! Η   μαμά φάλαινα κινείται πολύ αργά – προφανώς κάνει οικονομία δυνάμεων αφού έχει να φάει τόσους μήνες και θα πρέπει να αντέξει νηστική το τεράστιο ταξίδι προς την Ανταρκτική. Φτάνει στην επιφάνεια, εκπνέει και στέκεται εκεί. Το μικρό κάνει βόλτες, βουτιές, περιστροφές, χαϊδεύεται πάνω στην μαμά του και γενικά είναι μια γλύκα. Προσπαθώ να σταθώ, μα νιώθω πως το ρεύμα μας σπρώχνει όλο και πιο κοντά στις φάλαινες. Έχουμε έρθει όλοι πολύ κοντά, αρχίζουν να μπερδεύονται, πέδιλα, χέρια, μάσκες και κάμερες. Η ινδιάνα, περνά μπροστά, κολυμπώντας κυματιστά σαν δελφίνι με το όμορφο, ελαστικό σώμα της. Ο Πατεά κρατώντας μια πολύ ειδική υποβρύχια κάμερα, έχει βυθιστεί στα 3-4 μέτρα και κινηματογραφεί τις τρυφερές σκηνές που εκτυλίσονται και θα πρέπει να είναι σπουδαίο το βίντεό του τώρα που το νερό είναι τόσο διαυγές. Κινηματογραφούμε και εμείς, ο Γιώργος και εγώ με την GoPrο. Είμαστε και οι δυο εντελώς μαγεμένοι, απόλυτα συνεπαρμένοι. Όταν κάποτε η φάλαινα και το μικρό της απομακρύνονται μένουμε όλοι ακίνητοι σαν χαμένοι. Πρέπει όμως να πέρασε πολλή ώρα γιατί έχω αρχίσει να τρέμω από το κρύο.

-“Πάμε πίσω στο σκάφος!», λέει ο Ακά και κολυμπά μπροστά. Όταν έχουμε όλοι ανεβεί στην βάρκα, η λέξεις σε όλα στόματα είναι «balaine” και “bebé”!

-“Είναι γιγάντια, πιο μεγάλη από το Φιλίζι!”, λέει ο Γιώργος. Το πρόσωπό του λάμπει από ένα χαμόγελο πολύ εσωτερικό.

-“Φαντάσου πόσο μεγαλύτερη θα ήταν πριν τον θηλασμό! Το μωράκι της, πόση γλύκα…”

16.00 Το σκάφος συνεχίζει με πορεία δυτική. Ο ήλιος έχει χαμηλώσει στον ορίζοντα, το χρυσό του φως του φωτίζει την μαγευτική ποικιλότητα φυτών και δέντρων της κατάφυτης πλαγιάς του βουνού απέναντι, μα και τα πολύχρωμα κοράλια του υφάλου δίπλα μας και λες δεν είναι νερό, μα γυαλί η θάλασσα. Βγάζουμε τις βρεμμένες στολές κολύμβησης και φοράμε στεγνά μαγιώ και μπλουζάκια. Αρχίζω να συνέρχομαι από την υποθερμία. Ο καπετάνιος κόβει ταχύτητα και περνά μέσα από το σηματοδοτημένο άνοιγμα του υφάλου. Πλησιάζουμε στην ακτή. Τα νερά εδώ είναι πολύ ρηχά και η άμμος του βυθού κάνει το χρώμα της θάλασσας να μοιάζει με aqua marina. Οι μηχανή σβήνει

-«Δεν χρειάζεστε πέδιλα εδώ, τα νερά είναι ρηχά», λέει ο Αρόλντ.

-«Υπάρχουν πολλοί black tip (μελανόπτεροι καρχαρίες) εδώ», λέει σχεδόν αδιάφορα ο Γιώργος. Μετά τα Tuamotus, έχουμε πια συνηθίσει. Ο Ακά είναι μέσα στο νερό. Στο ένα χέρι του κρατά έναν κουβά με κομμάτια ψαριού. Στο άλλο χέρι έχει ανέβει ένα γιγάντιο σαλάχι (sting ray)! Γύρω του κολυμπούν πάρα πολλά μικρά σαλάχια και άλλα τόσα καρχαριάκια, μικρά περίπου ένα ενάμισι μέτρο μήκος.

-“Μπορείτε χαϊδέψετε τα σαλάχια. Μην βάλετε το χέρι σας από κάτω, εκεί είναι το στόμα τους. Και εννοείται μην πάτε να χαϊδέψετε τους καρχαρίες”, λέει σε δυο κοπέλες.

-“Τέλεια! Πάω και εγώ!” , λέω στον καλό μου. Βγάζω το tshirt που φόρεσα πριν για να ζεσταθώ και μπαίνω στο νερό που φτάνει ως κάτω από το στήθος.. Στέκομαι δίπλα στον Ακά που έχει πάντα το σαλάχι πάνω στο χέρι του. Αυτός μου χαμογελά ενθαρυντικά

-“Μην φοβάσαι!”, με ενθαρρύνει. Απλώνω το χέρι και νιώθω, χαϊδεύω το απαλό γκρίζο δέρμα. Η ουρά του είναι δίπλα μου όμως δεν φοβάμαι. Έχω ακούσει πολλές φορές ότι τα σαλάχια είναι επικίνδυνα, μα εμένα πάντα με μάγευαν. Το σαλάχι τινάζει τα πτερύγιά του. Πλησιάζω από το πλάι για να δώ τα μάτια του. Το κοιτάζω και με κοιτάζει κι αυτό. Γνωρίζει πως δεν κινδυνεύει και είναι χαλαρό. Δέχεται τα χάδια τα δικά μου και των άλλων με άνεση.

-«Είναι υπέροχο, πολύ απαλό. Έλα!», λέω στον Γιώργο που έχει μένει στην βάρκα και παίρνει βίντεο. Μόλις μπαίνει στο νερό ο Ακά μας λέει.

-«Σταθείτε όλοι εκεί, μην έρθετε πιο κοντά μου. Τώρα θα ταϊσω τους καρχαρίες», Πετάει μερικά κομμάτια ψαριού στο νερό. Οι καρχαρίες εφορμούν με απίστευτη ταχύτητα προς την τροφή και οι πρώτοι που φτάνουν είναι οι τυχεροί. Η θάλασσα γύρω μας γεμίζει καρχαρίες που κολυμπούν περιμένοντας το επόμενο τάισμα από τον Ακά αλλά και σαλάχια που ψάχνονται κι αυτά για αποφάγια. Βάζω το κεφάλι μου στο νερό, ανάβω την κάμερα GopPro και παίρνω βίντεο τον χαμό που γίνεται. Αναρρωτιέμαι πώς αντιλαμβάνονται αυτή την επαφή με τους καρχαρίες οι υπόλοιποι τουρίστες, που δεν έχουν τόση εξοικίωση όπως εμείς.

-«Ποιός να μας το έλεγε, το 2012 που πήγαμε πρώτη φορά στην Καραϊβική, πως πέντε χρόνια μετά θα είμαστε τόσο άνετοι μέσα στο νερό περιτριγυρισμένοι από καρχαρίες…», σχολιάζει ο Γιώργος, και βάζει το κεφάλι στη θάλασσα για να χαϊδέψει τα σαλάχια που έχουν μαζευτεί  στα πόδια του  του.  2-3 black tip τριγυρνούν γύρω μας .

16.45 Το σκάφος ξεκινά για να γυρίσει πίσω στην βάση του, η όμορφη βόλτα μας τελείωσε. Μια ατμόσφαιρα γιορτής, χαρά κι ενθουσιασμός φαίνεται σε όλα τα πρόσωπα, στα χαμόγελα, τα μάτια όλων που λάμπουν από τις μαγική εμπειρία. Παίρνω μερικά κομμάτια μπανάνα από την πιατέλα με τα φρούτα που ετοίμασαν για μας, και τα μοιράζομαι με τον Γιώργο.

17.30 Είμαστε πάνω στα ποδήλατα και επιστρέφουμε προς το Φιλίζι. Ο ήλιος έχει δύσει και ο ουρανός έχει πάρει τα μοναδικά παλ χρώματα που μόνο στην Πολυνησία έχουμε δει.

-«Ηταν υπέροχα, μαγικά!», του λέω

-«Ναι! Η μέρα αυτή θα μας μείνει για πάντα αξέχαστη. Είδαμε ένα θέαμα μοναδικό», λέει ο Γιώργος

-«Ε, ναι. Τί άλλο να δούμε πια….», απαντάω και την ίδια στιγμή πατάω φρένα πίσω και μπρός και το ποδήλατο σταματά.

-Τί έπαθες», ρωτάει ο Γιώργος, στρίβει και γυρνά κοντά μου.

-«Δες μωρό μου ομορφιά….»