32 From Guna Yala to Portobello and back

από | Μαρ 11, 2017 | 2017 Καραϊβική - Κολόμβια - Παναμάς

09° 35.50N 78°52.50 W
Guna Yala (San Blas Archipelago, Panama)
Chichime Cays – Uchutupu Pipigua
24 Φεβρουαρίου 2017
05.30 Ξυπνώ και βγαίνω στο κόκπιτ την ώρα που η καινούργια μέρα ετοιμάζεται να ξημερώσει. Στα δυτικά ο ουρανός είναι ακόμα σκοτεινός μα στα ανατολικά, έχει ήδη ξεκινήσει μια μαγική συμφωνία χρωμάτων. Μώβ, φούξια, κόκκινο, πορτοκαλί τα χρώματα παίζουν με μαέστρο τους τον χρόνο. Είμαστε αγκυροβολημένοι ανάμεσα στα δυο μικρά νησάκια Chichime, τo Uchutupu Pipigua & to Uchutupu Dummat. Την ομορφιά του πρωινού απογειώνει το μελωδικό τραγούδι των πουλιών, που χαιρετούν τον ερχομό του θεού Ηλιου. Αυτός μένει ακόμα κρυμένος πίσω από τα πυκνό δάσος από πανύψηλα φοινικόδεντρα και μόνο ελάχιστες ακτίνες του λάμπουν ανάμεσα στα φυλλώματα. Ο ουρανός, ολοκάθαρος και ασυννέφιαστος, έχει ένα βαθύ μπλέ, χρώμα που στην άκρη του ορίζοντα γίνεται χρυσό. Μια ακόμη Τέλεια μέρα, ξημερώνει στην Guna Yala.
-«Καλημέρα Παράδεισε» μου ξεφεύγει και λέω φωναχτά, σαν να μιλώ στα πουλιά ή στα καταγάλανα νερά. Πηγαίνω στην κουζίνα να ετοιμάζω ελληνικό καφέ: μια, δυο τρείς, τέσσερις κουταλιές και πάει, τέλειωσε το τελευταίο πακέτο. Ευτυχώς αύριο έρχεται η φίλη μας η Βάσω και θα μας φέρει καφέ. Δεν λέω, καλός ο Κολομβιάνικος, όμως πολύ βαρύς μας πέφτει. Με το φλυτζάνι στο χέρι βγαίνω στο κόκπιτ και θαυμάζω τα πανέμορφα νησάκια.
Στα Chichime φτάσαμε χθες, επιστρέφοντας από το Linton του Παναμά, ένα ταξίδι που θα μπορούσαμε να το πούμε υποχρεωτικό που χρειάστηκε τρείς ημέρες.
Εγώ προσωπικά προτιμούσα να είχαμε μείνει εδώ στην Guna Yala, να τριγυρνάμε στα υπέροχα αγγυροβόλια Holandes (Maocui Caimou) & Coco Bandero και να κάνουμε το clearance αργότερα, καθώς μάθαμε πως τα πράγματα είναι χαλαρά εδώ στα San Blas.
Ο καπετάν-Γιώργος απ’ την άλλη μεριά, προτιμούσε να τελειώσουμε με τις διατυπώσεις ώστε να είμαστε νόμιμοι, άνετοι και χαλαροί, και ο Καπετάνιος έχει πάντα δίκιο. Το Linton ήταν η καλύτερή μας επιλογή.

20 Φεβρουαρίου
Αποπλεύσαμε από τo Swimming pool, στα Hollandes με την ανατολή του ήλιου, χαιρετήσαμε τους φίλους μας Debbie & Reggie από το s/y Runner που ήταν ξύπνιοι εκείνη την ώρα και αφού απομακρυνθήκαμε από τους κοραλιογενείς υφάλους που περικλείουν τα Hollandes Cays, ανοίξαμε τα πανιά μας για Linton, 60 ΝΜ δυτικά με έναν γλυκό βορειοανατολικό.
Γύρω στις 5μμ φτάσαμε έξω από τον κόλπο, ενώ ο ήλιος κατέβαινε στον ορίζοντα βιαστικός και η θάλασσα φαινόταν ασημιά από τις ακτίνες του. Με μεγάλη χαρά, σκαρφάλωσα ξαν’α τα σκαλοπάτια στο κατάρτι και έκατσα πάνω στον πρώτο σταυρό. Καθισμένη εκεί ψηλά και φορώντας τα ειδικά polarized γυαλιά που είχε φέρει κάποτε η Βασούλα, ξεχωρίζω τέλεια, βράχια, υφάλους και ρηχά και καθοδηγώ τον καπετάνιο μου.
Ο κόλπος είναι καλά προστατευμένος και υπάρχουν κάμποσα άλλα σκάφη, κάποια στην άγκυρα και πιο μέσα, κοντά στην Linton Marina κάποια άλλα δεμένα σε ρεμετζα. Φουντάραμε την άγκυρά μας με την δύση και με το που σβήσαμε την μηχανή, αντιλήφθηκα τους ήχους που έρχονταν από την στεριά με την πυκνή βλάστηση. Πουλιά, κελαηδίσματα, κραξίματα, κραυγές, ήχοι δυνατοί, άγνωστοι, εξωτικοί αναδύονται από τα μισοσκότεινα φυλλώματα στην ακτή, λίγα μέτρα μακριά μας.
-“ Το τραγούδι της ζούγκλας” λέει ο Γιώργος. Ανατρίχιασα…
“Φσσσσσ.” Ο χαρακτηριστικός ήχος της εκπνοής νερού μας κάνει να γυρίζουμε τα κεφάλια προς την πρύμνη. Δυο δελφίνια πλησιάζουν κολυμπώντας αργά, περνούν δίπλα μας και συνεχίζουν.
Πιο κει, ένα κοπάδι από άσπρα πουλιά περνά μπροστά μας, σε χαμηλή πτήση, ίσα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Οι άκρες των ολόλευκων φτερών τους ίσα που δεν ακουμπούν το νερό και το καθρεφτισμά τους μοιάζει σαν σύννεφο από λευκές πεταλούδες. Μαγεία. Μέσα σε δεκαπέντε λεπτά από την δύση, έχει πέσει βαθύ σκοτάδι. Τρώμε το δείπνο μας νωρίς – νωρίς με τα ελληνικά κριτήρια – και ετοιμαζόμαστε να πάμε να ξαπλώσουμε όταν μας φωτίζει για λίγο κάποιο φώς. Με πολλή προσπάθεια ξεχωρίζουμε μια σκοτεινή φιγούρα με φακό, έξω στην ακτή.
-“Ποιός είναι εκεί?”κάνει την ρητορική ερώτηση ο Γιώργος
-“Ενας ψαράς, ίσως?” απαντάω με ερώτηση εγώ. Διαβάσαμε πως το Colon είναι μια επικίνδυνη πόλη, όμως εδώ είμαστε στην επαρχία, αρκετά χιλιόμετρα μακρια…
21 Φεβρουαρίου
Ξεκινήσαμε νωρίς την επόμενη ημέρα, φουσκώσαμε το βαρκάκι, βάλαμε την εξωλέμβια και φύγαμε για το dinghy dock (προβλήτα για βαρκάκια) της Marina Linton που απ’ οτι βλέπουμε είναι δυο πλωτές προβλήτες, ένα διώροφο κτίριο υπό κατασκευή και ένας σταθμός καυσίμων όλη κι όλη. Κλειδώσαμε το βαρκάκι μας και πλησιάσαμε τους εργάτες . Αυτοί μας καλημερίσαν
-“Buenas!”
-“Buenos dias! Donde esta’ la oficina, por favor?” τους ρωτάμε πού βρίσκεται το γραφείο και εκείνοι δείχνουν προς ένα κοντεινερ πίσω απ’ το κτίριο. Η ημέρα είναι πολύ ζεστή και νιώθω ευχαρίστηση από το κύμα δροσιάς που με αγκαλιάζει μόλις ανοίγω την πόρτα του γραφείου. Ο διευθυντής της μαρίνας είναι ένας πολύ ξύπνιος τύπος και μιλάει πολύ καλά αγγλικά. Αφού διαφημίζει τις υπηρεσίες που παρέχουν και το πόσο ωραία θα είναι όταν χτιστεί και ανοίξει το Yacht Club , μας δείχνει πιο πέρα ένα άλλο κοντέινερ.
-«΅Εκεί θα πάτε για το Customs και το Cruising Permit.”
Πλησιάζουμε και η επιγραφή τα λέει όλα:
AUDORIDAD MARITIMA DE PANAMA
-«Βρε, πού μας έφερε το Φιλιζάκι!» σχολιάζω.
Ο Γιώργος χαμογελάει και μετά παίρνει ένα πολύ σοβαρό ύφος και μου λέει:
-«Δεν θα μιλήσεις άν δεν σε ρωτήσουν, εντάξει?»
-«Aye aye captain!” απαντώ εγώ. Είναι πάντα πολύ σοβαρός απέναντι στις Αρχές, ειδικά εδώ στην Καραιβική. Εγώ απ’ την άλλη, μεγάλωσα με εντελώς διαφορετική θεώρηση. Ένα χαμόγελο μπορεί να κάνει θαύματα…
Τριάντα λεπτά αργότερα, είμασταν αρκετά δολλάρια μείον, πολλές σφραγίδες σύν και ένα Cruising Permit με ισχύ ενός έτους. Το επόμενο βήμα ήταν να πάμε στο Immigration Office στο Portobello για τα διαβατήρια μας. Η διαδρομή ώς εκεί ήταν υπέροχη, το τοπίο καταπράσινο, γαλήνιο και μας θύμισε ένα αξέχαστο ταξίδι που κάναμε κάποτε στην Costa Rica.
Χθές διαβάσαμε για το Portobello στην…Βιβλο του Παναμά, το εξαιρετικό βιβλίο Panama Cruising Guide του Eric Bauhaus. Μάθαμε πως ανακαλύφθηκε από τον Χριστόφορο Κολόμβο στο 4ο ταξίδι του και πως υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια για την μεταφορά του πλούτου της Κεντρικής και νότιας Αμερικής στην Σεβίλλη το εμπορικό λιμάνι της Ισπανικής αυτοκρατορίας. Κάποτε λεηλατήθηκε και καταστράφηκε από τον διαβόητο πειρατή Sir (!) Henry Morgan, όπως άλλωστε και η παλιά πόλη του Παναμά. Σήμερα, επισκέπτονται το Portobello πιστοί από όλη την λατινική Αμερική, για να προσκυνήσουν τον Μαύρο Χριστό, ένα θαυματουργό, όπως λέγεται, ξύλινο άγαλμα του Ιησού της Ναζαρέτ. Το επισκέπτονται επίσης και οι ιστιοπλόοι για να κάνουν είσοδο στην χώρα.
Το αυτοκίνητο μας άφησε ακριβώς, έξω από το παλιό κτίριο του Immigration και περάσαμε από την ανοιχτή πόρτα μέσα. Ο χώρος είναι μεγάλος και άδειος εκτός από δυο γραφεία μακριά το ένα από τ’άλλο και ένα τεράστιο φορητό στέρεο που έπαιζε δυνατά μουσική salsa ενώ αναβόσβηναν κοκκινοπράσινα φωτάκια. Στο πρώτο γραφείο καθόταν μια μαύρη αξιωματικός με μαύρη στολή με χρυσά σειρήτια η οποία δεν μιλούσε αγγλικά. Ο Γιώργος ανοίγει το σακίδιό του και βγάζει τον φάκελο με τα διαβατήρια και το Zarpe από την Κολομβία. Η αξιωματικός μελετάει τα χαρτιά και τα φωτογραφίζει με το smartphone της. Μετά κάτι λέει που δεν το καταλαβαίνω και επειδή δεν καταλαβαίνω εκνευρίζεται. Τελικά, καταλαβαίνω πως αυτό που λέει είναι οτι λείπει η Λιστα Επιβατών, σφραγισμένη από τις Αρχές της Κολομβίας. Κοιτάζουμε τα χαρτιά και τότε συνειδητοποιούμε: εγώ απλά δεν υπάρχω! Με τα λιγα ισπανικά μου της εξηγώ πως τα χαρτιά τα έφτιαξε ο agent στην Marina Santa Marta και μπορούμε να τους τηλεφωνήσουμε, μήπως το χαρτί ξεχάστηκε εκεί. Η αξιωματικίνα αρχίζει να μαλακώνει και μετά από λίγο μας δίνει ένα χαρτί που λέει στα ισπανικά οτι οι Κολομβιάνοι έκαναν λάθος να το αντιγράψουμε, συμπληρώνοντας τα στοιχεία μας. Οταν λίγο αργότερα μας έδωσε τα διαβατήρια, φύγαμε σχεδόν τρέχοντας. Φτηνά την γλυτώσαμε….
Στην γωνία βλέπω ένα πολύχρωμο καφενείο
-«Χρειαζόμαστε φαγητό, καφέ και wifi ” λέω στον Γιώργο και κατευθυνόμαστε εκεί. Στα τραπεζάκια κάθονται δυο ξένοι έχοντας tablet μπροστά τους.
-«Εδώ είμαστε!» Το wifi στο μαγαζί δεν ήταν σπουδαίο, το χορταστικό χορτοφαγικό σάντουιτς που μας σέρβιρε η πανέμορφη Παναμέζα ήταν θεσπέσιο. Και η τιμή του το ίδιο: 3$ !!


Μόλις τελειώσαμε με ιντερνετ και τηλέφωνηματα, τριγυρίσαμε στα μινι μαρκετ του χωριού, που και τα τρία ανήκουν σε κινέζους!, και αγοράσαμε μερικές προμήθειες και τοπικές κάρτες sim για τα κινητά μας, όπως κάνουμε σε όλες τις χώρες που επισκεπτόμαστε. Αυτή είναι η όγδοη Digicel sim card Καραιβικής που αγοράζω.
Διασχίζοντας τα φτωχικά, πολύχρωμα σπιτάκια. προχωρήσαμε προς την ακροθαλασσιά. Στην σκιά ένος ψηλού αποικιακού κτιρίου που τώρα είναι το μουσείο, κάποιοι πιτσιρικάδες παίζουν κρίκετ, ξυπόλιτοι με μια μισοσκασμένη μπάλα.
Ρωτάμε έναν ψηλό άνδρα αν μπορούμε να επισκευθούμε τα ερειπια φρουρίου. Εκείνος απαντά
-«Si, claro” ναι φυσικά και ρωτάει από πού είμαστε. Μόλις ακούει το “ De Grecia” χαίρεται πολύ.
-«Είναι ένα από τα μεγαλύτερα όνειρά μου να επισκευθώ την Ελλάδα. Ένας καλός φίλος και συνάδελφος αρχιτέκτονας, πήγε κάποτε στην Αθήνα και μου έστειλε ένα μήνυμα που έλεγε: Κοιτάζω τον Παρθενώνα και δακρύζω βλέποντας την υπέρτατη τελειότητα»
Ήταν καταπληκτική η τυχαία συνάντηση με τον Ροντόλφο. Επιφορτισμένος με την μελέτη αναστήλωσης του φρούριου μας ξενάγησε, μας μίλησε (στα ισπανικά οπότε χάσαμε κάποιες λεπτομέρειες) για την ιστορία του τόπου, την αρχιτεκτονική των φρουρίων και την κατασκευή τους και μας έδειξε το μουσείο.
Όταν έφυγε ήταν περασμένη η ώρα και χωρίς να χάσουμε άλλο χρόνο, μπήκαμε στην εκκλησία του San Phelippe για να δούμε τον Μαύρο Ιησού.
Κοιτάζω το ρολόι μου και συνειδητοποιώ οτι το λεωφορείο Colon- Guaira θα πρέπει να περάσει από στιγμή σε στιγμή. Το λέω στον Γιώργο και βάζουμε τρεχάλα προς την στάση.
Οι κινέζοι απο το mini market που ψωνίσαμε, μας βλέπουν να τρέχουμε και φωνάζουν
-«El autobus se ido!!” το λεωφορείο έφυγε.
Ο Γιώργος τρέχει πίσω μου λέγοντας οτι εγώ φταίω που αργήσαμε, πάντα στα πλαίσια του μοτο του
«Το καλό με τον γάμο είναι οτι υπάρχει κάποιος άλλος για να ρίχνεις το φταίξιμο». Οταν φτάσαμε στην στάση, βρήκαμε κι άλλους ιστιοπλόους να περιμένουν. Οχι το λεωφορείο προς την μαρίνα δεν έχει έρθει ακόμα, οι κινέζοι μας δούλευαν.
Όπως είναι αναμενόμενο σε μια χώρα της Λατινικής Αμερικής το λεωφορείο έφτασε 20 λεπτά αργότερα, ήδη εντελώς γεμάτο, όμως σταμάτησε στην στάση με την πόρτα ορθάνοιχτη. Επιβάτες, τσάντες και βαλίτσες, ζουμπηχτήκαμε μέσα όπως – όπως, ένας ιστιοπλόος έμεινε ο μισός έξω μα ο οδηγός ξεκίνησε και γυρνάμε σπίτι μας. Τα λεωφορεία αυτά είναι παλιά αμερικάνικα σχολικά λεωφορεία, στολισμένα και ζωγραφισμένα έργα τέχνης κανονικά και το καθένα είναι μοναδικό. Η μουσική είναι υπέροχη και τρομερά ξεσηκωτική, και φαίνεται παράξενο οτι ολοι οι επιβάτες, στην πλειοψηφία τους ντόπιοι, μοιάζουν να κοιμούνται. Όλοι εκτός απο τους διπλανούς μου. Στα δεξιά μου μια νεαρή με μεγάλα χρυσα σκουλαρίκια, ταίζει το μωρό της με μπιμπερό και αριστερά, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με δυο αεικίνητα πιτσιρίκια. Εγώ, με το βαρύ μου σακίδιο στην πλάτη, φορτωμένο με μπουκάλια γάλα για την φίλη μου την Βάσω που δεν κάνει χωρίς, προσπαθώ να βολέψω τα πόδια μου ανάμεσα στις τσάντες της νεαρής και τις κούτες των παππούδων και να ισορροπήσω στις στροφές. Κάποια στιγμή είδα να τρέχουν στην μέση του δρόμου και κατά πάνω μας δυό ταύροι. Ο οδηγός φρέναρε για να τους αποφύγει και γίναμε όλοι σάντουιτς.
Πολύ γέλιο. Όταν φτάσαμε μετά από 45’ στο Linton, και βγήκαμε, τεντώθηκα και ήταν κάπως σαν λύτρωση. Τρομερή εμπειρία.
Λαχταρούμε να μαζευτούμε στο σπιτάκι μας, μα δεν γίνεται να χάσουμε την ευκαιρία και πηγαίνουμε στο σκάφος, παίρνουμε ένα άδειο μπιτόνι, γυρνάμε στον σταθμό καυσίμων. Γεμίσαμε βενζίνη για να έχουμε στην Guna Yala. Αυτή την δεύτερη βραδιά μας στο Linton είχαμε έναν επισκέπτη για …sleep over. Ενα μικρό πουλάκι κοιμήθηκε κάτω από τα ηλιακά μας

22 Φεβρουαρίου
Ξυπνώντας με ξυπνητήρι στις 5πμ καταφέραμε ν’αποπλεύσουμε με το ξημέρωμα για το ταξίδι της επιστροφής. Ο γυρισμός από τα δυτικά πίσω στην Guna Yala είναι συνήθως μια ταλαιπωρία, ένα ταξίδι με μηχανή κόντρα στο κύμα και τον άνεμο. Ο καπετάν Γιώργος όμως τα προγραμμάτισε σωστά και σήμερα που επιστρέφουμε περιμένουμε μια ωραία μπουνάτσα. Πλέουμε αργά με την μηχανή και κάπου κάπου ανοίγουμε και τα πανάκια. Σε μια στιγμή ο Γιώργος βάζει μια φωνή και σβήνει. Δεν ακούω τίποτα όμως τρομάζω! Ελπίζω να μην χτυπήσαμε κορμό δέντρου πάλι.
-«Ελα να δεις!» μου φωνάζει. «Φοβήθηκα μην την χτυπήσουμε»
Δίπλα μας κολυμπάει μια τεράστια χελώνα Leatherback και έχει βγάλει το κεφάλι της να πάρει ανάσα. Το προιστορικό πλάσμα κάνει βουτιά με αργές κινήσεις και μετά ξαναβγαίνει στην επιφάνεια, πίσω από την πρύμνη μας. Μετά στρίβει και απομακρύνεται.
-“Μου φάνηκε μόνη και μελαγχολική…” λέω στον Γιώργο
-“Μου φάνηκε άρρωστη” απαντά εκείνος
Κατά τις πμμ φτάνουμε στα Chichime Cays και αποφασίζουμε να μείνουμε για την νύχτα. Καθώς πλησιάζουμε όλο και πιο κοντά, μας συνταράσει το φριχτό θέαμα δυο πλοίων – το ένα ιστιοπλοικό και το άλλο ένα μεγάλο επιβατηγό – που έχουν προσαράξει στον ύφαλο βόρεια από το Uchutupu Pipigua. Στο γλυκό φως του δειλινού τα πλοία φαίνονται σαν καινούργια, σχεδόν τέλεια και σκέφτομαι με λύπη πως κάποτε θα ήταν η χαρά και το καμάρι κάποιων ανθρώπων θάλασσινών. Από κάποια διαστροφή μου, μ’όλο που με ενοχλεί το θέαμα, δεν μπορώ να ξεκολήσω τα μάτια μου…
Ξανασκαρφαλώνω το κατάρτι για να καθοδηγήσω με σιγουριά τον καλό μου μέσα από το στενό πέρασμα των υφάλων. Ενα δελφίνι κολυμπά δίπλα μας. Στα υπέροχα, τυρκουάζ νερά βρίσκονται αγκυροβολημένα περίπου δέκα σκάφη, και κοντά στο σημείο που φουντάραμε είναι δυο σκάφη με ιταλική, δυο με ισπανική και ένα με τουρκική σημαία. Οι ιταλοί μόλις μας βλέπουν χαιρετούν όλο χειρονομίες
-«Καλημερα, καλησπέρα!» φωνάζουν

Λαχταράμε μια βουτιά και μόλις σιγουρεύουμε την άγκυρα, φοράμε τις μάσκες μας και βουτάμε . Το νερό είναι ζεστό, κάπου γύρω στους 27° και αυτό είναι λογικό με τέτοια μπουνάτσα. Κολυμπάμε στα ρηχά ακολουθώντας τον ύφαλο, παρακολουθώντας τα ψαράκια που παίζουν στα κοράλια. Πιο πέρα, σε βάθος πέντα μέτρων βλέπουμε ένα ναυάγιο, ένα ιστιοπλοικό. Επικίνδυνα νερά. Κολυμπάμε έξω και βγαίνουμε στο ιδυλιακό νησάκι με την κατάλευκη άμμο και τα πανύψηλους κοκοφοίνικες. Στην αμμουδιά υπάρχουν τέσσερις καλύβες από καλάμι κάπως πιο μοντέρνες και στις αιώρες μπροστά είναι ξαπλωμένοι δυο άνδρες. Χαιρετάμε και τους πιάνουμε κουβέντα. Οι άνδρες είναι από την Γαλλία. Μας λένε οτι έχουν νοικιάσει τις καλύβες απο το Air B&B!!!!! Απίστευτο…
-«Πληρώνω 65$ την ημέρα για την καλύβα και τρία γεύματα» λέει ο ένας με πλατύ χαμόγελο. «Είναι καλοφτιαγμένη, έχει ξύλινο πάτωμα όχι άμμο και ξύλινο κρεββάτι αντί για αιώρα»
-«Δεν είναι λίγο ακριβά για δωμάτιο χωρίς μπάνιο?» ρωτάω
-«Μια χαρά είναι! Το πρωινό ήταν καφές, ψωμί και φρέσκα φρούτα το μεσημεριανό ψάρι που το ψάρεψαν για μας. Και για βραδυνο έχει αστακό. Να κοιτάξτε εκεί. Οι αστακοί κολυμπούν ακόμη, μέσα στα καλάμια στην ακροθαλασσιά» Τους ευχόμαστε καλές διακοπές, εκείνοι καλούς ανέμους και προχωράμε.
Μια βάρκα είναι αραγμένη στην παραλία και πάνω της έχει την κιτρινοκόκκινη σημαία της Guna Yala με την σβάστιγκα στην μέση. Φαίνεται παράξενο που η σβάστιγγα άρρηκτα δεμένη με μια από τις χειρότερες στιγμές της Ανθρωπότητας, στην αρχαιότητα ήταν σύμβολο καλής τύχης. Το νησί είναι μικρό, θα μπορούσαμε να το περπατήσουμε μέσα σε 20 λεπτά. Στο κέντρο βρίσκεται ένα κτίριο από bamboo, το εστιατόριο του νησιού. Πίσω από δυο πάγκους με διάφορα χειροτεχνήματα, είναι κάποιες γυναίκες guna που φορούν τα παραδοσιακά molas. Πέντε – έξι πιτσιρίκια παίζουν χαρούμενα κυνηγητό γύρω από τους θάμνους. Παίρνουμε ένα άλλο μονοπάτι και προχωράμε προς την θάλασσα.
Μέσα στην χαμηλή βλάστηση, κάτω από τους θάμνους και όμορφα εξωτικά φυτά, στο χώμα παντού, είναι πεταμένα σκουπίδια, χαρτιά, κονσέρβες, μπουκάλια νερού, κουτάκια coca cola, μπύρα, χαρτιά, συσκευασίες. Το θέαμα είναι λυπηρό. Φτάνουμε πίσω από δυο καλύβες. Πίσω απο την μια υπάρχουν δυο μεγάλες στίβες: μια από ξερές καρύδες και μια άλλη από αλουμινένια κουτάκια. Η οικογένεια είναι μαζεμένη μπροστά, δυο άνδρες είναι καθισμένοι στην άμμο και μια γυναίκα ξαπλωμένη στην αιώρα. Αυτή δεν φοράει την παραδοσιακή μπλούζα με τα μακριά μανίκια και τα μόλας, όμως τα μάγουλά της είναι βαμένα έντονα κόκκινα, όπως κάνουν οι γυναίκες εδώ, οι γάμπες της είναι καλυμένες με wini (στολίδια από χάντρες που καλύπτουν τις γάμπες από τον αστράγαλο ως το γόνατο) και φορά την παραδοσιακή φούστα. Χαιρετάμε και ζητάμε να αγοράσουμε μια καρύδα για να πιούμε, μια και ξέρουμε πως το εμπόριο καρύδας είναι βασική πηγή εισόδων των guna.
Η γυναίκα σηκώνεται από την αιώρα, διαλέγει μια καρύδα απ’ την στίβα, πιάνει μια ματσέτα και μ’ένα αριστοτεχνικό χτύπημα ανοίγει μια τρύπα για να πιούμε. Ανάβω την καμερα και παίρνω μια φωτογραφία . Η γυναίκα σηκώνει το βλέμμα και με κοιτάζει σοβαρή και αμίλητη. Μας δίνει την καρύδα, παίρνει τα δυο δολάρια και μπαίνει στην καλύβα της.
Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου
06.15 Ετοιμαζόμαστε να αποπλεύσουμε για το νησί Nargana όπου έχει βάση ο Johny Rochas, ο ειδικός μεταφορέας για όλα και όλους.
Σήμερα φτάνει στον Παναμά η φίλη μας η Βάσω από το Λονδίνο και θέλουμε να σιγουρέψουμε πως αύριο το πρωί ο Johny θα την φέρει σε εμας με την βάρκα του. Αύριο, 25 Φεβρουαρίου, είναι ξεχωριστή μέρα και για άλλον ένα λόγο. Στην Guna Yala, στο μικρό Isla Tigre, γιορτάζουν την επανάσταση των ινδιάνων Guna απέναντι στον Παναμά, το 1925.
Και το Φιλίζι θα βρίσκεται εκεί.

Αρχείο

Loading

0 Σχόλια

Translate »